Τσικνοπέμπτη 20… στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα……

23ae7a12-3c82-4709-876c-786967cfcadd

Συλλογή Μάγδ. Δένδη

Ἀπὸ τὶς σιωπηλὲς τὶς γειτονιὲς τοῦ χωριοῦ ποὺ πέρασες σήμερα, δὲν ἀναδίνονταν μήτε ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ καπαμᾶ, μήτε τὸ ἄρωμα τῆς κολοκυθόπιττας, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ ἡ ἀπαλὴ, ἡ εὐωδία τοῦ ρυζόγαλου μὲ τὰ ψήγματα τῆς βανίλιας νὰ τοῦ προσθέτουν ἄρωμα καὶ γευστικότητα. Πέρασες, λοιπὸν, καὶ τὸ μόνο ποὺ γεύτηκες ἦταν τὸ πασπάλισμα ἀπό τὶς ἀναμνήσεις, ποὺ σοῦ χτύπησαν, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά, τὴ θύρα τῆς ψυχῆς, ἄγγιξαν τὶς ἱερὲς τῆς εὐαισθησίας σου χορδὲς κι ὕστερα σοῦ ψυθίρισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμεις, ἀκόμα μὲ περισσότερη ἀντοχὴ, τὸ χρέος σου:  νὰ πεῖς, δηλαδή,  δυὸ λογια, μέρες ποὺ εἶναι, γιὰ τὸ παλιό σου τὸ χωριό.

Οἱ παλιοὶ οἱ Κληματιανοὶ, τὸ γνώριζες πολὺ καλά, ὅτι σέβονταν ἀπεριόριστα τὴ μέρα αὐτὴ, ἴσως γιατὶ συνορεύει μὲ τὴ ἱερότητα τοῦ Ψυχοσάββατου, ποὺ ἀρχίζει ἀπό αὔριο τὸ ἀπόγευμα μὲ τὸν ἑσπερινό. Ἔτσι, μὲ τὸ σούρουπο, ἀφοῦ ἑτοίμαζαν τὸ φαῒ-κυρίως κρέας καπαμᾶ- τὸ ρυζόγαλο καὶ τὴν παραδοσιακὴ κολοκυθόπιτα, ποὺ εὐωδίαζε ἀπό τὴ κανέλλα, τὰ γαρύφαλα, τὸ γνήσιο γίδινο γάλα καὶ τὸν εὔγευστο σπιτικὸ τραχανᾶ, μαζεύονταν παρέες-παρέες στὰ σπίτια συγγενῶν ἤ καὶ φίλων καὶ τιμοῦσαν δεόντως τὴν ἡμέρα αὐτή. Τὴν τιμοῦσαν μὲ τὸ πλούσιο ἀποκριάτικο τραπέζι καὶ μὲ τὸ χορὸ, ποὺ τὸν συνέχιζαν ὅλοι μαζὶ πάνω στ᾿ ἀβέρτο τοῦ σπιτιοῦ ὅπου συνάζονταν, μὲ τὴ συναίσθηση πάντα τὸ τὶ γιόρταζαν. Καὶ τράνταζε τὸ πάτωμα ἀπό τὸ χορὸ, ἐνῶ τὰ τραγούδια ἀκολουθοῦσαν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. «Ἆχ χειλά, ἆχ, χειλάκι μου  μου γραμμένο/σὺ μὲ ἔ, σὺ μὲ ἔχεις  τρελλαμένο….», «Ἀφοῦ καλέ, ἀφουγκραστίτι νὰ σᾶς πῶ, ἀφουγκραστίτι νὰ σᾶς πῶς τὶ ἔκαμι μιὰ χήρα..» καὶ ἄλλα ἀκόμα.

Τὴν τιμητική τους εἶχαν αὐτή τὴ μέρα κι οἱ νεόνυμφοι ἤ οἱ ἀρραβωνιασμένοι, ἀφοῦ ἔπρεπε ὅλο τὸ σόι νὰ μαζευτεῖ καὶ ν᾿ ἀποκρέψει, σ᾿ ὅποιο σπίτι εἶχε μεγαλύτερο χῶρο, ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἀπό τὰ σπίτια ἦταν πολὺ μικρὰ, σχεδὸν μονόχωρα.

Τὰ ἴδια  γλέντια γίνονταν καὶ στὸ Κάτω τὸ Χωριὸ, στὸ Κάτω Κλῆμα, κυρίως σὲ σπίτια, μὲ τὸ ἴδιο τὸ κέφι καὶ τὴ σεμνότητα, χωρὶς ἀκρότητες-αὐτὲς ἦταν μεμονωμένες καὶ γνωστὲς, γι᾿ αὐτὸ καὶ περιορίζονταν πάντα. Γιατὶ οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ ἦταν πάντα κεφᾶτοι καὶ γλεντζέδες, στὸ μέτρο φυσικὰ τοῦ δυνατοῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ τιμοῦσαν τὶς μέρες αὐτὲς, τὶς κορυφαῖες τοῦ χρόνου, σφραγίζοντάς τες μὲ μνῆμες τὶς ὁποῖες παρέδωσαν σὲ μᾶς γιὰ νὰ τοὺς θυμόμαστε καὶ παράλληλα νὰ μαθαίνουμε ὅτι μὲ τὶς λεγόμενες «πολιτιστικὲς» ἐκδηλώσεις δὲν ἀνασταίνεται ἐκεῖνο ποὺ εἶχε ζωὴ, εἰλικρινῆ σύνδεσμο, ἀπουσία συμφερόντων καὶ ὁπωσδήποτε μεγάλη καρδιὰ…

Πέρασες, λοιπὸν, ἐξω ἀπό σπίτια κλειστὰ καὶ μὲ ἐλάχιστα ἴχνη ἀπ᾿ τὸ χτὲς νὰ τὰ στεφανώνουν. Γιατὶ μόλις ἔφυγαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἴδια τὰ σπίτια λύγισαν, ἄλλαξαν ὄψη, πένθισαν τὴν ἀπουσία τῆς γιορτῆς, τὸ ἀντάμωμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν θὰ ξαναγίνει, μὲ τὴν ἴδια τὴ γνησιότητα, τὴν εὐπρέπεια καὶ σοβαρότητα, ἐπειδὴ ἔλλειψαν οἱ αὐθεντικοὶ γλεντζέδες καὶ Ἄνθρωποι…….

Τσικνοπέμπτη 2012, Παλιὸ Κλῆμα

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Ἐν-Ἄρετος λόγος

Εξώφυλλο( Σχολια στὴν ποιητικὴ συλλογή, Γραφὴ Ἀρετῆς, τῆς Ἀρετῆς Κ. Κάρκου, Καστοριά 2015)

Ἄν καὶ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ποιήματα αὐτὰ μοῦ εἶναι γνώριμα, ἐν τούτοις, σήμερα ποὺ ἔλαβα τὸ βιβλιάράκι αὐτό-τριανταεφτὰ σελίδες ὅλο κι ὅλο-νόμισα ὅτι τώρα τὰ πρωτοδιαβαζω. Γιατὶ δὲν εἶναι πιὰ σὲ ἄυλη, ἠλεκτρονικὴ μορφή, ἀλλὰ τυπωμένα καί, μάλιστα, ὁμορφοτυπωμένα. Συνάμα τὰ ποιήματα αὐτὰ εἶναι καὶ στολισμένα μὲ ὅμορφες φωτογραφίες, στὶς ὁποῖες δεσπόζει ὁ πρίγκηπας τῆς συγγραφέως, δηλαδή, ὁ μοναχογιός της Ἀχιλλέας. Καὶ τὸ ἀναφέρω αὐτό, γιατὶ πολὺ καλὰ καταλαβαίενε ιὁ ἀναγνώστης, πὼς τὸ χαριτωμένο αὐτὸ παιδὶ εἶναι πηγὴ ἐμπνεύσεως στὴν ποιήτρια Μάνα καὶ δικάιως τῷ λόγῳ.

Ἡ Ἀρετὴ Κάρκου, κόρη τοῦ λαμπροῦ φιλολόγου τῶν μαθητικῶν μας χρόνων-τῆς δεκαετίας τοῦ 1960-Κωνσταντίνου Κάρκου, εἶναι κι ἡ ἴδια καθηγητρια φιλόλογος, ἀπὸ τὶς φτασμένες σήμερα δασκάλες, ποὺ ἐργάζεται μὲ ζῆλο καὶ ἐντιμότητα στὸ Γυμνάσιο τῆς ἀκριτικῆς, ἀλλὰ συνάμα τόσο ποιητικῆς Καστοριᾶς.

Στὸ πέρασμα τῶν χρόνων τῆς διακονίας της στὴ Μ. Ἐκπαίδευση ἡ Ἀρετὴ Κάρκου ἔχει παρουσιάσει ἀρκετὰ καὶ σημνατικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν τὶς πνευματικές της ἀνησυχίες, καρπὸς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ βιβλιαράκι αὐτό, ποὺ φέρει τὸν χαριτωμένο τίτλο: Γραφὴ Ἀρετῆς ἤ καὶ ἀρετῆς-ὅπως δηλαδὴ  τὸ προτιμᾶ ὁ ἀναγνώστης.

Τὰ δεκαεννιά, λοιπόν, ποιήματα ποὺ στεγάζει αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι γραμμένα ἀπὸ τὸ 2010 μὲχρι τὸ 2015, σὲ διάφοροὺς τόπους, ὅπως ἡ Καστοριά, τὰ Γιαννενα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιάιτερες πατρίδες τῆς σ. δηλαδή, ἡ Καλικώμη Καρδίτσας ( γεννέθλιος τόπος τοῦ πατέρα της) καὶ ἡ Γλώσσα Σκοπέλου τῆς μητερας της. Καὶ τὰ ἀναφερα αὐτά, γιατὶ οἱ τόποι αὐτοί, ὁ στεριανὸς ἀπὸ τὴ μιὰ κι ὁ νησιώτικος ἀπὸ τὴν ἄλλη,  φορτίζουν συναισθηματικὰ τὴν ποιήτρια καὶ τῆς άνεβάζουν τὴ θερμοκρασία τῆς εὐαισθησίας της καὶ τῆς αἰσθαντικότητας.

«Ζεστασιὲς κι ἀρμονίες
κουβέντες κι ὀμορφιὲς τῆς φύσης
καὶ τοῦ ἀνθρώπου γλυκαίνουν μέσα μας
δῶρα πολύτιμα
γιὰ τὰ ἑπόμενα ταξίδια» ( σ. 4)

Κι ἀλλοῦ,

Ἡ περιπέτεια τῆς γραφῆς
ἔχει πάρει τὸ δρομο της

………………

Κι ἐπιστρέφει

Στὶς κούνιες τῆς Καληκώμης ( σ. 32)

Ὅπως καταλαβαίνει ὁ ἀναγνώστης,  στὰ ποιήματα τῆς Κάρκου ὑπάρχει διάχυτος κι ὁ λυρισμός, ποὺ τὸν ἀγκαλιάζει ἡ νοσταλγία καὶ ἡ τρυφερότητα.

Π. χ, κοιτώντας τὸ δρομο προς τὸ Κάστρο, χαίρεται,

«..τὸ τραγούδι τῆς λίμνης
Τὸ ἄρωμα τῆς πασχαλιᾶς
Τὸ μαῦρο τῆς πέτρας». (18),

ὅπως καὶ συγκινεῖται ἀπὸ τὶς,

«Φωνὲς παιδικές
ἦχος τῆς μπάλας
ἡ νεότητα στὸ ἀπόγειο…» ( σ. 14)

Νομίζω ὄτι δὲν χρειάζεται νὰ πῶ περισσότερα γιὰ τὴ Γραφὴ τῆς Ἀρετῆς ποὺ μᾶς χαροποίησε, γιατὶ ἦταν καιρὸς πιὰ νὰ παρουσιάσει τὸ πολύτιμο μεταλλεῖο ποὺ κρύβει μέσα της. Καὶ τὸ ἐννοῶ αὐτὸ χωρὶς νὰ κολακεύω.

π. κων. ν καλλιανός 

Η ανάρτηση στο Γλωσσιώτικο Blog «Δρώμενα του τόπου μας» εδώ

Και στο «Ημερολόγιο Αποδημίας»  εδώ

 

 

 

 

«Δῶρα στὰ χέρια του πολλὰ καὶ ἔμορφα κρατεῖ ὁ Μάιος» του π. Κων. Ν. Καλλιανού

thumbnail (1)

Ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα δῶρα ποὺ φέρνει ὁ μῆνας Μάιος, ἡ κορύφωση τῆς Ἀνοιξεως, εἶναι καὶ οἱ χαρισματικές του εὐωδιές, ποὺ ἀναπαύουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ποὺ τῆς χαρίζουν τὴν εὐλογία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τὴν ἐπίγνωση ὄτι ή φύση, ὡς Δῶρο Θεοῦ, στέλνει στὸν  καθένα ποὺ θὰ τὴν ἐπισκεφτεῖ τὰ πρόσφορα τῆς φροντίδας της γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, ἄν προσέξει ὁ κάθε συνειδητὸς φυσιολάτρης καὶ ἄνθρωπος ποὺ σέβεται τὸν κόσμο, τὴν ὁμορφιὰ δηλαδὴ ποῦ εἶναι σπαρμένη γύρω μας, θὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ κάθε μῆνας ἔχει καὶ τὰ δικά του στολίδια, τὶς δικές του εὐωδιές καὶ προσφορές. Ἀκόμα καὶ μέσα στὸ χειμῶνα, ἄν ψάξει,  θὰ βρεῖ ὁ ἄνθρωπος τὰ θαυμάσια χόρτα τοῦ ἀγροῦ,  ποὺ ἀνασταίνουν τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ἄρωμά τους.

Ἔτσι κι ὁ Μάιος, ὁ πλούσια ἀνθοστολολισμένος μῆνας, ποὺ ἀπὸ τὶς εὐωδιὲς τῆς Κατανύξεως τῆς Μ. Ἑβδομάδας μᾶς φέρνει σιμὰ στὶς ἄλλες εὐωδιές, ἐκεῖνες τῆς άνοίξεως ποὺ ὠριμάζει πιά. Καὶ πόσες δὲν εἶναι αὐτές!!

πάσχα

Ἐπίτηδες καταφεύγω στὸν ἀείμνηστο καὶ πάντα ἀγαπημένο μου Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, γιὰ νὰ θυμίσω κάποιες ἀπὸ τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς κομίζει ὁ Μάης. Κι οἱ εἰκόνες αὐτές, ποὺ εἶναι παρόμοιες μὲ αὐτὲς ποὺ ζήσαμε, θὰ πρέπει νὰ πληροφορηθεῖ ὁ ἀναγνὠστης, πὼς εἶναι ἀπὸ τὴν ἀπέναντι Σκιάθο…

magiatiko

«Τώρα τὸν Μάϊον, τὴν ἔβλεπον [τὴ θειά-Ζωΐτσα] νὰ κουβαλῇ εἰς τὴν πτωχικήν της οἰκίαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα λευκὰ καὶ μεγάλα σκόροδα, εἰς μακροὺς ὁρμαθούς, τὰ ὁποῖα μόνη τῆς ἐκαλλιέργει…. Τὴν ἔβλεπον νὰ φέρῃ με τὰ κοφίνια ἐκεῖνα τὰ σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερὰ καὶ μεγάλα, εὐωδιάζοντα ἄνοιξιν, καὶ τὶς εὔμορφες στρογγυλὲς καὶ βυσσινοβαμμένες ἀγγινάρες…. Τὴν ἔβλεπον νὰ φορτώνεται ἀβασταγιὲς τὸ πρωὶ μὲ τὴν δρόσον τὰ τρυφερὰ μάραθα καὶ τὰ δροσόπλαστα κρεμμυδάκια καὶ τὸ εὐῶδες ἡδύοσμον, ποὺ εὐωδίαζεν ὁ δρόμος ὅταν περνοῦσε….».

Ὅμως ἄς θυνηθοῦμε καὶ τὰ ἐδέσματα ποὺ εὐωδίαζαν τὶς γειτονές, τὰ μαγιάτικα ἐδέσματα, ὅπως τὰ ὑπέροχα «ἀγγιναρουκούκια» μὲ φρέσκο, δροσερὸ ἄνιθο, μαραθο καὶ κρεμύδι φρέσκο μαγειρεμένα. Ἤ τὶς «ἀγγινάρες μὲ τὸ ρύζι» καὶ σιμὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ περίφημα «γιαπράκια», μὲ τὰ φύλλα τὰ πρῶτα τῆς ἀνοιχτοπράσινης κληματαριᾶς.

Κι ἀφοῦ γίνεται λόγος γιὰ τὶς ἀγγινάρες, ποιὸς δὲ θυμᾶται τὸν ἑαυτό του νὰ «ξεφυλλίζει»τὴν τρυφερὴ ἀγγινάρα καὶ τὴν τρώει ὠμή…Ἰδίως ἐκείνη ἡ «καρδιά»…Τὶ γλυκύτητα ἄφηνε στὸ στόμα καὶ …«γιώσιμο»στὰ δάχτυλα.

Φυσικὰ δὲ λείπανε καὶ τὰ βλαστάρια μὲ τὰ μάραθα καὶ τοῦς κεφαλάδες, ποὺ ὅταν τὰ βράζανε μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος. Μάλιστα, τὶς μέρες τὶς πασχαλινὲς τὰ συνδύαζαν μὲ ἀβγὰ καὶ τυρὶ φρέσκο. Καὶ τ᾿ ἀβγά, γιὰ νὰ βράσουν,  τὰ ρίχνανε μέσα στὸ θερμό, ἀφοῦ βγάζανε τὰ βρασμένα τὰ χόρτα. Κι ἔπαιρναν μιὰν εὐωδιά….

Μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν, ξεχάστηκαν πολλὰ καὶ χρήσιμα. Γιατὶ οἱ νέοι ρυθμοὶ ζωῆς, ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ λησμονήσει ἀκόμα καὶ τὰ εὐωδιαστὰ «ἀγγιναροκούκια», θυσιάζοντάς τα στὸ βωμὸ τῶν fastfood. Ἀλίμονο, δηλαδή.

Στὸ περίθώριο τῶν παραπάνω θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε κι αύτό: τὶς εὐωδιὲς ποὺ σκορποῦσαν τὰ μαγιάτικα τὰ τριαντάφυλλα ποὺ τὰ μάζευαν αὐγή-αὐγή, μὲ τὴ δροσιὰ τῆς νύχτας στολισμένα, νὰ τὰ «μπελονιάσουν» ὕστερα οἱ νοικοκυρές, ἀφοῦ τὰ μαδοῦσαν προσεχτικά, νὰ τὰ βάλλουν μέσα σὲ μεγάλες γυάλινες γυάλες κι ὕστερα νὰ τὰ τοποθετήσουν στὸν ἥλιο, γιὰ νὰ βγεῖ τὸ ἁγιασμένο ροδόσταμο. Καὶ τὸ λέω ἁγιασμένο, γιατὶ τὸ «προυφαντό», τὸ πρῶτο δηλαδή, τὸ προόριζαν γιὰ τὀ ναό τῆς ἐνορίας τους μὲ σκοπὸ νὰ προσφερθεῖ ἀντὶ κολώνιας στὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ πανηγύρεις, ἰδιάιτερα δὲ γιὰ τὸν Ἐπιτάφιο. Γιατὶ ὅταν ἔφτανε ἡ ὥρα νὰ ραντιστεῖ ὁ Ἐπιταφιος καὶ στὴ συνέχεια οἱ πιστοί, στό «Ἔρραναν τὸν τάφο…», τότε ὁ ραντισμὸς γίνονταν μὲ ροδόσταμο καθαρό κι ὄχι μὲ ἀρώματα φερμένα ἀπὸ ἂλλοῦ.

Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο ἦταν πὼς τὰ σπίτια δὲν εὐωδίαζαν μοναχά ἀπὸ τὰ παραπάνω γευστικὰ  φαγητά. ἀλλὰ καὶ ἀπό τὰ ξερὰ τὰ φύλλα τῶν μαγιάτικων τριαντάφυλλων, ποὺ μετὰ τὴ συλλογὴ τοῦ ροδόσταμου δὲν τὰ πετοῦσαν, ἀλλὰ τὰ βάζανε οἱ παλιὲς νοικοκυρὲς μὲσα σὲ δίχτυα ἤ λεπτὰ κομμάτια ἀπὸ ὕφασμα καὶ τὰ κρεμοῦσαν πίσω ἀπό τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν, γιὰ νὰ  εἶναι ἡ ὁμορφιὰ τῆς ἄνοιξης πάντα παροῦσα στὸ σπίτι καὶ στὴ ζωή τους.

π. Κων. Ν. Καλλιανός   

γλυκό τριαντάφυλλο1

Υ.Γ.  Να προσθέσω κι εγώ τη δική μου ανάμνηση των παιδικών χρόνων στη Γλώσσα Σκοπέλου…

Μέσα στη θύμισή μου είναι ακόμη η γυάλα με την αρμάθα από τα ροζ ροδοπέταλα εκεί στην άκρη του σιδερένιου μπαλκονιού να ιδρώνει από τη ζέστη του ήλιου και να στάζει τον μυρωδάτο ιδρώτα της πολύτιμο. Έργο της συνονόματης γιαγιάς μου, της Ρίτας…

Κι η άλλη παιδική, τρυφερή ανάμνηση, η νωπή ακόμη αρμάθα κάτω από το άσπρο με το κοφτό κέντημα μαξιλάρι για μυρωδάτα, μαγιάτικα όνειρα.  

unnamed (4)

Το χωριό μου, η Γλώσσα Σκοπέλου με τη γιαγιά τη Ρίτα και τον παππού τον Νίκο χαϊδεύει τη σκέψη σήμερα σαν αναπολώ εκείνη τη ροζ τριανταφυλλιά στον κήπο…

Περίπατοι στὸ ἔρημο καὶ χειμωνιάτικο Κλῆμα

Κλήμα 26-11-2014

Εἶναι ὄντως θεραπευτικὴ μιὰ τέτοια ὁδοιπορία. Ὁδοιπορία σὲ χῶρο γνώριμο. Ὅπως εἶναι τὸ χωριό σου, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ συλλάβισες γιὰ πρώτη φορὰ τὸν Κόσμο καὶ τὴν δικιά σου παρουσία μέσα του.  Γνώριμο τὸ χωριὸ ἀπὸ παλιά, μὲ τὰ ἄδεια σπίτια νὰ ζητιανεύουν ἀνθρώπινη παρουσία, ἀποπνέει ἄρωμα νοσταλγίας, καθὼς ἀπὸ τὰ ὑγρὰ καὶ νεοχλοϊσμένα μούσκλια ἀναδύεται μιὰ περίεργη εὐωδιά. Ἕνα παράξενο θυμιάτισμα, ποὺ ἀδυνατεῖ τὴν μέσα σου ἀπαισιοδοξία καὶ τῆς χαρίζει τὸ προνόμιο τοῦ στοχασμοῦ στὰ τοῦ βίου χαλεπά. Γιατὶ καθὼς ὁδοιπορεῖς μέσα στὰ στεγνὰ ἀπὸ ἀνθρώπινη παρουσία σοκκάκια, ἔχεις τὴν αἴσθηση ὅτι κάποιοι σὲ συντροφεύουν. Κι εἶναι ἀλήθεια αὐτό, γιατὶ ὅπου κι ἄν κοιτάξεις θὰ δεῖς νὰ προβάλλουν ἀπὸ τὶς γωνιές τ᾿ ἄδεια τὰ σπίτια, τοὺς ἐρημωμένους καφενέδες καὶ τὰ λησμονημένα μπακάλικα, μορφὲς ἀνθρώπων, γνωστῶν, συγγενῶν, φίλων σου…Θὰ τὰ δεῖς ὅλ᾿ αὐτὰ καὶ θ᾿ ἀκούσεις καὶ τὶς φωνές τους ν᾿ ἀντηχοῦν στὸ χρόνο, ὅπως ἀντηχοῦν τὶς ἄγριες νύχτες τοῦ χειμώνα τὰ ἄδεια καὶ παγωμένα  δωμάτια. Κι εἶναι οἱ φωνὲς αὐτὲς ἀνάκλημα μνήμης εὐλαβικῆς, ποὺ φωτίζει τὶς στιγμὲς αὐτὲς τοῦ περίπατου στὸ ἔρημο χωριό σου. Γιατὶ ἕνα εἶναι τὸ προνόμιο τούτων τῶν ἐπισκέψεων:ἡ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Νὰ εὐαισθητοποιεῖται περισσότερο. Καὶ τὸ κυριώτερο νὰ μὴ λησμονᾶ.

π. Κων. Ν.Καλλιανός

Οἱ δρόμοι μας οἱ θερινοί, οἱ ἀλησμόνητοι του π. Κων. Ν. Καλλιανού

102_5371
Στὴν Ἀρετή, στὸν Βαγγέλη, στὸν Παναγιώτη, στὴν Ἑλένη,

ποὺ μοῦ συντρόφεψαν τὸ θερινὸ τὸ μεσημέρι τῆς εἴκοσι

τοῦ Αὐγούστου,

ἀνοιχτὴ εὐχαριστία

Τὶς χρειαζόμαστε πολὺ κάτι τέτοιες ὧρες, ὧρες θερινὲς ποὺ ταξιδεύουν μέσα στὴ μεσημεριανὴ τὴν φωταψία τοῦ θεϊκοῦ Αὐγούστου καὶ συνοδεύονται ἀπὸ πρόσωπα  προσφιλῆ, ἀγαπημένα, φιλικά, ποὺ δὲν τὰ συνδέει μαζί σου κανένα συμφέρον, παρὰ μονάχα ἡ ὁμορφιὰ τῆς συνάντησης, τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς χαρᾶς, ποὺ τὰ ὑψώνει μέσα μας ἡ ἀρετὴ τῆς φιλίας καὶ τῶν κοινῶν ἐνδιαφερόντων, ἡ συγκίνηση τῆς συνάντησης-γιατί, λέμε, θὰ ξαναβρεθοῦμε καὶ τοῦ χρόνου;- ὁ ἔντιμος διάλογος καὶ πάνω ἀπ᾿ὅλα τὸ ἀθάνατο ἑλληνικὸ καλοκαίρι ποὺ ἁπλόχερα μᾶς δώρισε ὁ Θεός.

Λουτρακι_

Λουτράκι Σκοπέλου φωτ. Κων,.Καλλιανού

Τὶς χρειαζόμαστε, λοιπόν, αὐτὲς τὶς ὧρες, γιὰ νὰ τὶς κρατήσουμε φυλαχτὸ στὴν ἐρημιὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἀνοίγεται μέσα στὴν καθημερινότητα. Μιὰ καθημερινότητα στεγνὴ ἀπό αἰσθήματα, ἀπὸ συναντήσεις φιλικές, ἀπὸ διαλόγους ποὺ ξεδιπλώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴ γιατρεύουν. Γιατὶ ἐκεῖ κυριαρχεῖ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ ἀγχωτικὸ παραλήρημα, ἡ ἀπουσία συνειδητῆς κι ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ καταστροφικὴ μανία μὲ τὴν ὁριζοντίωση τῶν σχέσεων τῶν ἀνθρώπων.

Ἀντίθετα, ὅταν ἔλθει τὸ θέρος καὶ συναντιόμαστε, ἀναμένοντας αὐτὴ τὴ συνάντηση ὡς ἕτοιμοι ἀπὸ καιρό, ὅπως λέει κι ὁ Ἀλεξανδρινός, τότε παραμερίζει κάθε σύννεφο, ἀπὸ τὰ ὅσα παράξενα ἤ ἀπρόοπτα μᾶς παρουσιάζονται, καὶ ἀναπνέουμε τὸ ὀξυγόνο τῆς τίμιας καὶ ἄδολης συνάντησης, ποὺ τὴ χαιρόμαστε καὶ τὴν στερεώνουμε μέσα μας γιὰ νὰ ἀποτελέσει σὲ μέρες πικρὲς καὶ σκοτεινὲς τὸ παράθυρο ποὺ θ᾿ ἀνοίξει καὶ θὰ εἰσοδεύσει τὸ φῶς. Κι αὐτὸ ἐπειδή, μέσα σ᾿ αὐτὲς τὶς συνάξεις ἀπουσιάζει ἡ ἀνταγωνιστικότητα, ἡ ὁποία στὴν πιὸ σκληρή της μορφὴ ὑψώνει τὶς ρομφαῖες της καὶ ἀποκεφαλίζει κάθε δυνατότητα διαλόγου, ἀκόμα κι ἀρνητικοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἁλατοπίπερο στὸ κάθε Συμπόσιο, ὥστε νὰ νοστιμευθοῦν οἱ συνδαιτημόνες τοῦ ἰκανοῦ καὶ ἔντιμου λόγου. Γιατὶ ὁ ἄλλος, ὁ καιροσκοπικός, ὁ δόλιος καὶ σκοτεινὸς λόγος ἤ διά-λογος γρήγορα πρέπει ν᾿ ἀπορρίπτονται.

Κι ὄταν ἔλθει ἡ στιγμὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ -γιατὶ ὅλα κάποτε τελειώνουν, ὅπως κι ἡ ἴδια μας ἡ ζωή- τότε ἀπομένει ὀ γλυκασμὸς τῆς προσδοκίας μιὰς ἀλλης μελλοντικῆς συνάντησης, ποὺ θὰ ἀνανεώσει τὸ εἶναι καὶ θὰ τὸ χαριτώσει πάλι, ραντίζοντάς το μὲ τὴ δρόσο τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς ὁμορφιᾶς τῆς ἐπικοινωνίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν εἰπώθηκε τυχαία τό, «Νὰ μᾶς ἔχει ὁ Θεὸς γερούς, πάντα ν’ ἀνταμώνουμε…» ( Διον. Σαββόπουλος).

Γι᾿ αὐτὸ κι ἐτοῦτοι οἱ θερινοὶ οἱ δρόμοι τῆς ζωῆς εἶναι πάντα οἱ πιὸ πολύτιμοι κι ἀλησμόνητοι. Γιατὶ ἔχουν τὴν ὁμορφιὰ τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τὸ φῶς τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ δὲ θέλει τὸν ἄνθρωπο μόνο του, ποτέ                                               

                                     π. Κων. Ν. Καλλιανός

Πρώτ.η δημοσίευση στο Ημερολόγιο Αποδημίας στις 25 Αυγούστου 2014

Ξεχνιούνται άραγε εκείνες οι Πρωτομαγιές; του π.Κ.Ν.Καλλιανού

Εικόνα

Λουτράκι Κατακαλού 1970

memory                Ξεχνιοῦνται, ἄραγε, ἐκεῖνες οἱ Πρωτομαγιές;

Κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, τότε ποὺ ἡ ζωὴ ἦταν πιὸ ἁπλῆ, ἀνοθευτη ἀπὸ ἐξωτερικὲς παρεμβολές, οἱ ἄνθρωποι ξέρανε νὰ ζήσουν καὶ νὰ τιμήσουν τὶς γιορτές, τὶς μέρες τὶς καλές, ὅπως ἦταν καὶ εἶναι ἡ Πρωτομαγιὰ ποὺ ξημερώνει. Αὐτὴ ἡ λαμπρὴ ἡμέρα, ἡ κορύφωση τῆς Ἄνοιξης, τοῦ κάλλους, μὲ τὸ πασχαλινὸ τὸ φῶς νὰ τὴν καταυγάζει ἀκόμα, γιορτάζονταν ἀπό τοὺς παλιοὺς Κληματιανοὺς μὲ μιὰ χάρη ποὺ συγκινεῖ ἀκόμα…Γιατὶ  Πρωτομαγιὰ σήμαινε τὸ βρασμένο φρεσκο γάλα μὲ τὰ πασχαλινὰ τὰ κουλούρια, τὸ ματσάκι τὰ λουλούδια μὲ κορυφαῖα τὰ μαγιάτικα τὰ τριαντάφυλλα καὶ τὸ κλαδὶ τῆς ἐλιᾶς ἔξω ἀπό τὴν πόρτα, πρωῒ- πρωΐ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑτοιμασία τοῦ κοφινιοῦ γιὰ τὸ σεργιάνι στὴν Ἁρμενόπετρα, ὅπου συνάζονταν οἱ χωρικοὶ γιὰ νὰ γλεντήσουν καὶ νὰ χαροῦν. Γιατὶ τοὺς περίμεναν πολλὲς καὶ κοπιαστικὲς δουλιές, ὅπως τὸ θέρισμα καὶ τὸ μάζεμα τῶν χορταριῶν γιὰ τὰ ζωντανά, τὸ πελέκημα τῶν πεύκων καὶ ἡ συλλογὴς τῆς ρετσίνας, κ. ἄ ἀκόμα. Σήμερα ὅμως, αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη τὴ μέρα, ὄφειλαν νὰ τὴ χαροῦν σιμὰ στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς μεζέδες, τὰ βρασμένα τ᾿ ἀβγά, τὸ φρεσκο τυρί, τὸ καλὸ τὸ κρασί, ἀλλὰ καὶ τὰ τραγούδια.

«Ὁ Μάϊος μᾶς ἔφτασε/ἐμπρὸς βῆμα ταχύ/νὰ τὸν προϋπαντήσουμε/παιδιὰ στὴν ἐξοχή…»

Μελωδία ποὺ λέγονταν μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ βαθὺ τὸ βίωμα, ἐκεῖνο ποὺ μοναχα αὐτοὶ καταλάβαιναν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πρωΐ, μὲ τὴ δροσιὰ ἀκόμα ὅταν κινοῦσαν γιὰ τὴν Ἁρμενόπετρα μὲ τὰ ζῶα τους, τὰ μουλάρια καὶ τὰ γαϊδουράκια, μὲ τορτωμένα τὰ ἐφόδια καὶ πίσω τους δεμένη ἡ γίδα τους μὲ τὰ κατσικάκια νὰ τὴν ἀκολουθοῦν, ἔβλεπες τότε πρόσωπα χαρωπά, μὲ γιορταστικὴ διάθεση καὶ εὐχές,πολλὲς εὐχὲς στὸ στομα.

( Κάπου στὸ βάθος τῆς Μνήμης ἀπομένει μιὰ λιτή, ὡστόσο τόσο συγκινητική σκηνή, ποὺ ἐδῶ καὶ πενήντα τοσα χρόνια ἀνεβαίνει μέσα μου τέτοιες μέρες καὶ ξαναφανερώνει ἔνα πρωϊνὸ τῆς Πρωτομαγιᾶς τῶν παιδικῶν χρόνων μὲ τὴ Μάνα καὶ τὴ γιαγιὰ νὰ πηγαίνουμε στὴν Ἁρμενόπετρα καὶ μαζύ μὲ τὸ γαϊδουράκι μας, τὴ «Μαΐτσα» καὶ τὴ γίδα μας ν᾿ ἀκολουθεῖ μονάχο του, ἐκείνο τὸ κανελλί τὸ κατσικάκι μας μὲ τὰ «σκουλαρίκια» κάτω ἀπό τὸ λαιμό του καὶ τὰ μικρὰ τὰ κερατάκια του στολισμένα μὲ λουλουδια… Πόσο πληγώνει αὐτὴ ἡ θύμηση, στ᾿ ἀλήθεια !)

Κι ὅταν φτάνανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στρώνανε  κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ ἄφηναν ὅλο τὸ κέφι καὶ τὴ χαρὰ νὰ ξεχυθεῖ μέσα στὴ θεϊκὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἄνοιξης καὶ τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ κορυφώνονταν ἐκεῖνες τὶς ὧρες.

Παρέες-παρέες ὁ κόσμος. Καὶ στὴ θάλασσα οἱ βάρκες καὶ τὰ βενζινάκια κοβανε βόλτες, στολισμένα στὴν πλώρη μὲ μεγάλα μπουκέτα λουλούδια ἤ ἁπλᾶ στεφάνια…

Ἀλλὰ ἠ εὐθυμία δὲν ἔπαυε καὶ στὸ γυρισμὸ τὸ ἀποβραδο, ὅπου τὰ τραγούδια δὲ σταματοῦσαν, μήτε κι οἱ εὐχές. Πολλὲς εὐχές, καρδιακὲς εὐχές, χωρὶς τελειωμό καὶ ὑποκρισία.

Μέχρι ποὺ ἦρθε ἔνας ἄλλος καιρός, ὅπου ἡ Ἁρμενόπετρα περιφρονήθηκε, ἡ χαρὰ τῆς Πρωτομαγιᾶς μαράθηκε, ἐξατμίστηκε τὸ γνήσιο κέφι καὶ τὸ γλέντι ἔπαψε νὰ ἔχει ἐκεῖνον τὸν αὐθορμητισμό καὶ τὴν ἀρχοντιά. Τὴν ἀρχοντιὰ ποὺ τὴν ἐκφράζει ἡ ἁπλότητα, ἡ καλωσύνη καὶ ἡ φιλοτιμία: στοιχεῖα ποὺ σήμερα σπανίζουν ὅπως κι οἱ Ἄνθρωποι. Μὲ Α κεφαλαῖο.


π.κ.ν.κ