Σημερινοί στίχοι… (Όταν οι εξετάσεις εμπνέουν…)

Αλέξανδρος Ψυχούλης, «Μη μου εμφανίζεσαι ξαφνικά», 2013, Στυλό διαρκείας σε χαρτί, 32x25εκ, Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου, ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη

Αλέξανδρος Ψυχούλης, «Μη μου εμφανίζεσαι ξαφνικά», 2013, Στυλό διαρκείας σε χαρτί, 32×25εκ,

Ήταν ένα παιδί που είχε σκεφτεί κάτι 

κι αποφάσισε να βγάλει ένα χαρτί

κι ένα στυλό να πει κάτι

για το κάτι που τον ζόρισε 

κάτι που αγάπη του χάριζε

έτσι κάτι άνθιζε

ένα είδος που ποτέ δεν άφησε

ένα είδος που ποτέ δεν τον άφησε

στις κρύες στις ζεστές στις μέρες

στις νύχτες τις πονηρές

τις νύχτες που ποτέ δεν είχες

δεν ήθελες να έχεις

φοβόσουν μη φανεί ένας ψεύτης

και κάτι σκοτεινό να εμφανίζεται

όταν σε αντικρίζει ο καθρέφτης

το προσωπείο σου εσύ και το τομάρι σου τρέφεις

το νέφος πάνω από το κεφάλι σου τρέχεις

μα έχεις ύψος και κουράζεσαι και πέφτεις

στο ίσως στο όχι μες στο μίσος

σαν ψάρι στην απόχη παγιδευμένος

με τα ίδια σου τα χέρια δεμένος εσωστρεφής

μες στον εαυτό σου κλεισμένος

μα στην καρδιά σου κλεισμένος θησαυρός

άνοιξε μάτια και δες πώς τα ανοίγουν

πώς παίρνουν αυτά που τους ανήκουν

πώς φτιάχνουν φιλίες και μετά τις συγκρατούν

συγκρατιούνται να μην αφεθούν

και κρατιούνται όλοι χέρι χέρι

όχι δεν είναι τυχεροί

δε χρειάζεται η τύχη

μόνο να πέφτουν τοίχοι

να υπάρχουν ήχοι, στίχοι

εύχομαι να σου τύχει…

                                          Αχιλλέας Τσοκανάκης

                                         Καστοριά, 9 Μάη 2014

Advertisements

Στίχοι…

Και είναι οι δρόμοι στενοί

τους περπατάω

περπατάω στη στενή

μια φυλακή Ελλάδα

με μεγαλύτερο προαύλιο

αύριο δίχως αύριο

το μέλλον μου μακάβριο

μα επιβιώνω με τη μουσική

το μυαλό μου απογειώνω με τη μουσική

τις φρίκες γειώνω κάθε μέρα πίστεψέ με

κάθε μέρα το λειώνω

είτε με την πένα στο χαρτί

είτε με το δάχτυλο στην οθόνη την ηλεκτρονική

καρέκλα ηλεκτρική σε όσους πίστεψαν

ότι ο άνθρωπος διαφέρει από φυλή σε φυλή

μα με χείλη σε χείλη

και με χέρι σε χέρι

ίσως έτσι κοντά μας φέρει

δεν ξέρεις το μέλλον τι θα σου φέρει

γι΄αυτό αγάπα κι αγαπήσου

βόηθα και θα βοηθηθείς

στον κόσμο δεν υπάρχει κριτής

ίσως ένας μα στα 33 σταυρώθηκε επί σκηνής

και κάνε την αφαίρεση

1981 χρόνια ούτε ένας αληθής

και στον πόλεμο πολέμησαν να ελευθερωθείς

και τώρα στα σαλόνια

βουτηγμένος στην κολόνια

χρειάζεσαι καδρόνια, για να στηριχθείς

κι έχεις λόγια;

τι να μας πεις;

Αχιλλέας Τσοκανάκης

Φιλική… συμμετοχή Αρετή Κάρκου

Καστοριά, 4 Μάη 2014

 

 

Ξεχνιούνται άραγε εκείνες οι Πρωτομαγιές; του π.Κ.Ν.Καλλιανού

Εικόνα

Λουτράκι Κατακαλού 1970

memory                Ξεχνιοῦνται, ἄραγε, ἐκεῖνες οἱ Πρωτομαγιές;

Κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, τότε ποὺ ἡ ζωὴ ἦταν πιὸ ἁπλῆ, ἀνοθευτη ἀπὸ ἐξωτερικὲς παρεμβολές, οἱ ἄνθρωποι ξέρανε νὰ ζήσουν καὶ νὰ τιμήσουν τὶς γιορτές, τὶς μέρες τὶς καλές, ὅπως ἦταν καὶ εἶναι ἡ Πρωτομαγιὰ ποὺ ξημερώνει. Αὐτὴ ἡ λαμπρὴ ἡμέρα, ἡ κορύφωση τῆς Ἄνοιξης, τοῦ κάλλους, μὲ τὸ πασχαλινὸ τὸ φῶς νὰ τὴν καταυγάζει ἀκόμα, γιορτάζονταν ἀπό τοὺς παλιοὺς Κληματιανοὺς μὲ μιὰ χάρη ποὺ συγκινεῖ ἀκόμα…Γιατὶ  Πρωτομαγιὰ σήμαινε τὸ βρασμένο φρεσκο γάλα μὲ τὰ πασχαλινὰ τὰ κουλούρια, τὸ ματσάκι τὰ λουλούδια μὲ κορυφαῖα τὰ μαγιάτικα τὰ τριαντάφυλλα καὶ τὸ κλαδὶ τῆς ἐλιᾶς ἔξω ἀπό τὴν πόρτα, πρωῒ- πρωΐ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑτοιμασία τοῦ κοφινιοῦ γιὰ τὸ σεργιάνι στὴν Ἁρμενόπετρα, ὅπου συνάζονταν οἱ χωρικοὶ γιὰ νὰ γλεντήσουν καὶ νὰ χαροῦν. Γιατὶ τοὺς περίμεναν πολλὲς καὶ κοπιαστικὲς δουλιές, ὅπως τὸ θέρισμα καὶ τὸ μάζεμα τῶν χορταριῶν γιὰ τὰ ζωντανά, τὸ πελέκημα τῶν πεύκων καὶ ἡ συλλογὴς τῆς ρετσίνας, κ. ἄ ἀκόμα. Σήμερα ὅμως, αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη τὴ μέρα, ὄφειλαν νὰ τὴ χαροῦν σιμὰ στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς μεζέδες, τὰ βρασμένα τ᾿ ἀβγά, τὸ φρεσκο τυρί, τὸ καλὸ τὸ κρασί, ἀλλὰ καὶ τὰ τραγούδια.

«Ὁ Μάϊος μᾶς ἔφτασε/ἐμπρὸς βῆμα ταχύ/νὰ τὸν προϋπαντήσουμε/παιδιὰ στὴν ἐξοχή…»

Μελωδία ποὺ λέγονταν μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ βαθὺ τὸ βίωμα, ἐκεῖνο ποὺ μοναχα αὐτοὶ καταλάβαιναν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πρωΐ, μὲ τὴ δροσιὰ ἀκόμα ὅταν κινοῦσαν γιὰ τὴν Ἁρμενόπετρα μὲ τὰ ζῶα τους, τὰ μουλάρια καὶ τὰ γαϊδουράκια, μὲ τορτωμένα τὰ ἐφόδια καὶ πίσω τους δεμένη ἡ γίδα τους μὲ τὰ κατσικάκια νὰ τὴν ἀκολουθοῦν, ἔβλεπες τότε πρόσωπα χαρωπά, μὲ γιορταστικὴ διάθεση καὶ εὐχές,πολλὲς εὐχὲς στὸ στομα.

( Κάπου στὸ βάθος τῆς Μνήμης ἀπομένει μιὰ λιτή, ὡστόσο τόσο συγκινητική σκηνή, ποὺ ἐδῶ καὶ πενήντα τοσα χρόνια ἀνεβαίνει μέσα μου τέτοιες μέρες καὶ ξαναφανερώνει ἔνα πρωϊνὸ τῆς Πρωτομαγιᾶς τῶν παιδικῶν χρόνων μὲ τὴ Μάνα καὶ τὴ γιαγιὰ νὰ πηγαίνουμε στὴν Ἁρμενόπετρα καὶ μαζύ μὲ τὸ γαϊδουράκι μας, τὴ «Μαΐτσα» καὶ τὴ γίδα μας ν᾿ ἀκολουθεῖ μονάχο του, ἐκείνο τὸ κανελλί τὸ κατσικάκι μας μὲ τὰ «σκουλαρίκια» κάτω ἀπό τὸ λαιμό του καὶ τὰ μικρὰ τὰ κερατάκια του στολισμένα μὲ λουλουδια… Πόσο πληγώνει αὐτὴ ἡ θύμηση, στ᾿ ἀλήθεια !)

Κι ὅταν φτάνανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στρώνανε  κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ ἄφηναν ὅλο τὸ κέφι καὶ τὴ χαρὰ νὰ ξεχυθεῖ μέσα στὴ θεϊκὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἄνοιξης καὶ τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ κορυφώνονταν ἐκεῖνες τὶς ὧρες.

Παρέες-παρέες ὁ κόσμος. Καὶ στὴ θάλασσα οἱ βάρκες καὶ τὰ βενζινάκια κοβανε βόλτες, στολισμένα στὴν πλώρη μὲ μεγάλα μπουκέτα λουλούδια ἤ ἁπλᾶ στεφάνια…

Ἀλλὰ ἠ εὐθυμία δὲν ἔπαυε καὶ στὸ γυρισμὸ τὸ ἀποβραδο, ὅπου τὰ τραγούδια δὲ σταματοῦσαν, μήτε κι οἱ εὐχές. Πολλὲς εὐχές, καρδιακὲς εὐχές, χωρὶς τελειωμό καὶ ὑποκρισία.

Μέχρι ποὺ ἦρθε ἔνας ἄλλος καιρός, ὅπου ἡ Ἁρμενόπετρα περιφρονήθηκε, ἡ χαρὰ τῆς Πρωτομαγιᾶς μαράθηκε, ἐξατμίστηκε τὸ γνήσιο κέφι καὶ τὸ γλέντι ἔπαψε νὰ ἔχει ἐκεῖνον τὸν αὐθορμητισμό καὶ τὴν ἀρχοντιά. Τὴν ἀρχοντιὰ ποὺ τὴν ἐκφράζει ἡ ἁπλότητα, ἡ καλωσύνη καὶ ἡ φιλοτιμία: στοιχεῖα ποὺ σήμερα σπανίζουν ὅπως κι οἱ Ἄνθρωποι. Μὲ Α κεφαλαῖο.


π.κ.ν.κ